
ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ: Υπάρχει ελπίς;
του Γιώργου Τσακίρη, Καθηγητή ΕΜΠ---------------------------------------------
Από τον καιρό που οι δορυφόροι έστειλαν τις πρώτες εικόνες από το διάστηµα, η γη
πήρε το όνοµα «Μπλε πλανήτης» από την έκταση που καταλαµβάνει το νερό κυρίως
των θαλασσών και των ωκεανών. Μια προσεκτικότερη βέβαια µατιά δείχνει ότι µόνο
ένα πολύ µικρό ποσοστό του νερού της γη είναι γλυκό, κατάλληλο για χρήση, και από
αυτό µόνο το 0,33% είναι διαθέσιµο µια και το υπόλοιπο είναι εγκλωβισµένο στους
πόλους.
Τους περασµένους αιώνες οι µικροί πληθυσµοί, η µικρή ανάπτυξη και
εποµένως οι µικρές ανάγκες δεν δηµιουργούσαν πίεση στους υδατικούς πόρους.
Αντίθετα, το δεύτερο µισό του 20ου αιώνα, τεράστιες αλλαγές έχουν επέλθει που
επηρεάζουν άµεσα ή έµµεσα τη χρήση του νερού. Η συγκέντρωση πληθυσµού σε
αστικά κέντρα, σε παράκτιες ζώνες (χωρίς διαθεσιµότητα υδατικών πόρων), οι
αυξανόµενες ανάγκες για την αρδευόµενη γεωργία, η έκρηξη της βιοµηχανικής
παραγωγής και οι απαιτήσεις του σύγχρονου τρόπου ζωής, έχουν δεκαπλασιάσει τη
ζήτηση του νερού µέσα σε έναν αιώνα. Σηµειώνεται ότι η ζήτηση νερού στην
Ευρώπη για διάφορες χρήσεις αυξήθηκε 6.5 φορές τα τελευταία 50 χρόνια.
Παράλληλα µεγάλης έκτασης επεµβάσεις στο φυσικό περιβάλλον έχουν
υποβαθµίσει ή καταστρέψει σηµαντικούς υδατικούς πόρους. Η υπεράντληση και η
εισροή θαλασσινού νερού στους παράκτιους υδροφορείς, η εκτεταµένη ρύπανση από
γεωργικές ή βιοµηχανικές δραστηριότητες ή από αστικά κέντρα είναι µερικά
«γνωστά» πια παραδείγµατα µείωσης της διαθεσιµότητας των υδατικών πόρων. Η
αυξανόµενη πίεση για όλο και περισσότερο νερό για διάφορες χρήσεις δηµιούργησε
ένα άλλο πρόβληµα, αυτό της υποβάθµισης του φυσικού περιβάλλοντος µε την
καταστροφή οικοσυστηµάτων, της απώλειας βιοποικιλότητας και της υποβάθµισης
της ποιότητας των φυσικών πηγών νερού.
Τα φαινόµενα αυτά ενισχύονται κατά τη διάρκεια περιόδων ακραίων
µετεωρολογικών φαινοµένων όπως είναι οι εµµένουσες ξηρασίες, αλλά και οι
καταστροφικές πληµµύρες. Τα τελευταία χρόνια έντονα απασχολεί τη διεθνή
επιστηµονική κοινότητα αλλά και τους διεθνείς οργανισµούς η διαφαινόµενη αλλαγή
στο κλίµα που σε µεγάλο βαθµό εξαρτάται από ανθρωπογενείς αιτίες. Οι επιστήµονες
φαίνεται να συγκλίνουν στις αναµενόµενες αλλαγές που θα προκαλέσει η κλιµατική
αστάθεια, µε χρονικό ορίζοντα το 2050. Ιδιαίτερα για την Ευρώπη αναµένεται
αύξηση της ετήσιας βροχόπτωσης κατά περίπου 10% για τη Βόρεια Ευρώπη, ενώ
µείωση µε το ίδιο ποσοστό (ίσως και περισσότερο) για τη Νότια Ευρώπη και την
Μεσόγειο. Η θερµοκρασία και εποµένως η δυνητική εξατµισοδιαπνοή αναµένεται να
αυξηθούν κατά την ίδια χρονική περίοδο. Η θερµοκρασία αναµένεται να αυξηθεί
κατά 2-3οC και εποµένως η δυνητική η εξατµισοδιαπνοή κατά 15-20%. Το
σπουδαιότερο όµως είναι ότι αναµένεται διαφορετική χρονική κατανοµή των
βροχοπτώσεων και αύξηση της συχνότητας των ακραίων γεγονότων (ξηρασίας και
πληµµυρών). Οι αναµενόµενες αυτές αλλαγές θα έχουν πολλαπλάσιες επιπτώσεις στη
διαθεσιµότητα των υδατικών πόρων και η σχέση ζήτησης – διαθεσιµότητας θα γίνει
περισσότερο αρνητική σε περιοχές µε ευαίσθητο υδατικό ισοζύγιο. Σε διερευνήσεις
τέτοιου είδους σε νησιά της Μεσογείου προέκυψε αναµενόµενη µείωση της
απορροής από 50% µέχρι και 70% που πραγµατικά προκαλεί τρόµο. Συνεπώς κάτω
από τις παραπάνω συνθήκες τα φαινόµενα της υπεράντλησης των παράκτιων
υδροφορέων θα ενισχυθούν και η επίσης αναµενόµενη ανύψωση της στάθµης της
θάλασσας θα καταστρέψει σηµαντικούς παράκτιους υπόγειους υδροφορείς στους
οποίους κατά κύριο λόγο στηρίζεται η υδροδότηση αυτών των περιοχών της
Μεσογείου.
Σηµαντικό αρνητικό ρόλο στη σχέση ζήτησης – διαθεσιµότητας νερού, παίζει
και η χρήση γης κυρίως των παράκτιων ζωνών που έχουν ως κύριο αποτέλεσµα τη
µείωση της «χωρητικότητας» και της «διηθητικότητας» των λεκανών απορροής.
Εκτιµάται ότι στην Ευρώπη για κάθε δεκαετία περίπου 2% της γεωργικής γης
µετατρέπεται σε αστική αδιαπέρατη επιφάνεια. ∆εν πρέπει να λησµονείται το
γεγονός ότι περίπου 145 εκατοµµύρια κάτοικοι, δηλαδή το 1/3 του συνολικού
πληθυσµού της Μεσογείου κατοικούν σε παράκτιες ζώνες. Παράλληλα η πίεση για
όλο και µεγαλύτερη κάλυψη για τις ανάγκες της πόλης περιορίζει τα ρέµατα σε
στενές ζώνες τεχνικά κατασκευασµένων αγωγών εντάσσοντας και υποτάσσοντας
«ζωντανούς» οργανισµούς σε συνθήκες «σιδηρόφρακτων» περιορισµών. Έπρεπε να
φτάσουµε στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα για να γίνει ευρέως κατανοητό ότι
αυτή η τακτική είναι λανθασµένη. Μόλις πρόσφατα και µετά τις εκτεταµένες
πληµµύρες στο Ρήνο 1993-1995 αποφασίστηκε να δοθεί µεγαλύτερη ζώνη για τον
ποταµό µε διεύρυνση του ζωτικού του χώρου, µε στόχο την µείωση της στάθµης κατά
την πληµµύρα σχεδιασµού κατά 30 cm το 2005 και 70 cm το 2020.
Μπροστά στη διαφαινόµενη αδυναµία κάλυψης της ζήτησης πολλές
προτάσεις συζητούνται στα επιστηµονικά συνέδρια χωρίς όµως να είναι εύκολο να
µετατραπούν σε υλοποιήσιµα σχέδια.
Σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις των διεθνώνοργανισµών ο πληθυσµός της γης περί το 2025 αναµένεται να φτάσει στα 8δισεκατοµµύρια από το 2,5 που ήταν το 1950. Ινστιτούτα στρατηγικών µελετώνυποστηρίζουν ότι 480 εκατοµµύρια άνθρωποι (οι περισσότεροι στις φτωχές χώρεςτου κόσµου) χρησιµοποιούν µη ανανεώσιµο νερό, δηµιουργώντας µια εντεινόµενηκρίση νερού που µεταφράζεται σε κρίση τροφών.Στόχος πολλών µελετών για τα µέλλον του νερού στη γη είναι εκτός από της
αξιοποίησης νέων υδατικών πόρων (διαδικασία όλο και πιο δύσκολη και οικονοµικά
δαπανηρή) η αύξηση της αποδοτικότητας των συστηµάτων νερού ή καλύτερα τα
παραγωγικότητας του νερού. Με τον όρο αύξηση της αποδοτικότητας εννοούµε τη
µείωση των πάσης φύσεως απωλειών από την πηγή µέχρι τα σηµεία της
κατανάλωσης ενώ µε τον όρο παραγωγικότητα εννοούµε την οικονοµική απόδοση
(π.χ. σε χρηµατικές µονάδες) της µονάδας όγκου νερού. Η προσπάθεια αύξησης
αυτών των δεικτών (που δεν είναι εύκολη υπόθεση αλλά µπορεί να βοηθηθεί
σηµαντικά από την τεχνολογία) δε µπορεί να αποτελέσει λύση αποµονωµένη από
τους στόχους κάθε κοινωνίας αλλά και της διαχείρισης του νερού που στηρίζεται σε
πολλά κριτήρια που αφορούν τη κοινωνία κα το περιβάλλον. Αυτό είναι ίσως και το
αδύνατο σηµείο των Σχολών σκέψης που θεωρούν ότι πολλά προβλήµατα διαµάχης
για το νερό αλλά και επίλυσης διαφορών µπορούν αν λυθούν αν χρησιµοποιηθούν οι
κανόνες της αγοράς. Θέµατα όπως η δυνατότητα για ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στο
νερό, η υποστήριξη των οικονοµικά ασθενέστερων, η δίκαιη αναδιανοµή κερδών,
αλλά και η προστασία ευαίσθητων οικοσυστηµάτων (π.χ. υδροβιότοποι) δε φαίνεται
να αντιµετωπίζονται επαρκώς αν επικρατήσουν και στο νερό οι συνθήκες αγοράς.
Βέβαια, για να είµαστε δίκαιοι, σε ορισµένες περιπτώσεις αυτό το πείραµα πέτυχε,
όπως για παράδειγµα οι «τράπεζες νερού» της Καλιφόρνια, όπου το νερό ακολουθεί
τους «νόµους του χρηµατιστηρίου». Παρά το γεγονός αυτό, λόγω της
πολυπλοκότητας της σχέσης του νερού µε την κοινωνία και το περιβάλλον, η επιτυχία
του παραπάνω πειράµατος δε µπορεί να αποτελέσει κανόνα.
Το ερώτηµα συνεπώς παραµένει: τι θα γίνει µε το νερό τον 21ο αιώνα; Αν και κάθε
περίπτωση ίσως έχει δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, εδώ µπορούν εντελώς
επιγραµµατικά να αναφερθούν κάποιες κατευθύνσεις λύσεων που δίνουν ελπίδα για
το µέλλον.
Έτσι, όσον αφορά στις τεχνικές λεγόµενες λύσεις, αυτές µπορούν να αναζητηθούν
στη διασύνδεση υδατικών συστηµάτων, την αποδοτικότερη µεταφορά νερού, τη
βελτίωση της αποδοτικότητας και παραγωγικότητας του νερού, την αξιοποίηση
χαµηλής ποιότητας νερού (ανακύκλωση, αφαλάτωση, κλπ), την αύξηση της
χωρητικότητας των λεκανών απορροής, κ.α. Σηµαντικότερα ίσως αποτελέσµατα
αναµένονται µε διαχειριστικού τύπου προγράµµατα που στοχεύουν στη µείωση της
ζήτησης του νερού. Για την υλοποίηση όλων αυτών µε ένα συστηµατικό τρόπο, αλλά
και την αντιµετώπιση των δύσκολων συνθηκών που προέρχονται από ακραία
γεγονότα και τις αναµενόµενες µονιµότερες φυσικές ή ανθρωπογενείς αλλαγές,
κυρίαρχο στοιχείο είναι η αναγνώριση των επερχόµενων δυσκολιών και η οργάνωση
κάθε χώρας µε θεσµούς και µηχανισµούς, µε συµµετοχικές διαδικασίες σε µια
διαχείριση που στόχο θα έχει τη διατήρηση της ανάπτυξης.
Κυρίαρχο στοιχείο αυτήςτης πορείας πρέπει να είναι ο µακροχρόνιος προληπτικός σχεδιασµός και η διαχείριση µε ευέλικτα σχέδια προσαρµογής στις δυσµενέστερες συνθήκες που έρχονται. Για να χρησιµοποιήσουµε και τους σύγχρονους όρους της επιστήµης του νερού, αυτό που απαιτείται είναι η λεγόµενη ∆υναµική ∆ιαχείριση που εύκολα προσαρµόζεται στις συνθήκες που αλλάζουν και βασίζεται στην ολοκληρωµένη θεώρηση όλων των επιµέρους συστηµάτων που άµεσα ή έµµεσα επηρεάζουν τον κύκλο του νερού. Στις εθνικές αυτές προσπάθειες σηµαντικό ρόλο επίσης καλούνται να διαδραµατίσουν και οι υπερεθνικοί οργανισµοί που πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειες τους µε περισσότερο γενναίες πρωτοβουλίες.
================================================
=========================
Ο Καθηγητής Γιώργος Τσακίρης είναι ∆ιευθυντής του εργαστηρίου Εγγειοβελτιωτικών Έργων και ∆ιαχείρισης Υδατικών Πόρων και ∆ιευθυντής του Κέντρου Εκτίµησης Φυσικών Κινδύνων και Προληπτικού Σχεδιασµού του Ε.Μ. Πολυτεχνείου. Είναι επίσης πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Υδατικών Πόρων (EWRA).